Ένα γνωστό μίκυ μάου της εταιρίας Ντίσνεϊ είναι η Ποκαχόντας, πολύ γνωστό οπωσδήποτε στη γενιά των πρώιμων μιλένιαλς, φαντάζομαι και σε άλλες. Η όμορφη Ποκαχόντας που ερωτεύεται τον Κεν της Μπάρμπι aka Τζον Σμιθ, ήρωα και καλό παιδί, σε έναν έρωτα γεμάτο αντιξοότητες, στερεότυπα και λευκή σκέψη -που λέει κι ο Τουράμ.
Η αλήθεια των ιστορικών προσώπων Ποκαχόντας και Τζον Σμιθ είναι, όμως, αρκετά διαφορετική.
Ο Τζον Σμιθ γεννήθηκε στην Αγγλία ως κολλήγα γιος, ως γιος δηλαδή ενός αγρότη που δεν είχε κλήρο, δεν είχε δική του γη. Με τις (πολύ περιορισμένες) επιλογές που ανοίγονταν μπροστά του, στα 16 του χρόνια έπιασε δουλειά στη μεγάλη αγορά του πολέμου. Πολέμησε στην Τρανσυλβανία και την Ουγγαρία, αιχμαλωτίστηκε από τους Οθωμανούς και έγινε σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη, δραπέτευσε στη Ρωσία και επέστρεψε στην Αγγλία μέσω της Βόρειας Αφρικής. Κι αυτά πριν κλείσει τα 25 του. “Εγώ στην ηλικία σου…” το αυθεντικό.
Αυτές οι εμπειρίες, πλας η σκληράδα του και η ικανότητά του ως χαρτογράφου τον έκαναν ιδανικό συμμετέχοντα στην πρώτη “αποικία” της Αγγλίας στη Βόρεια Αμερική, στο Τζέιμστάουν της Βιρτζίνια. Αποικία σε εισαγωγικά γιατί περισσότερο ως ιδιωτική επιχείρηση ξεκίνησε, μια ιδιοκτησία της Virginia Company of London με μετόχους και σκοπό το κέρδος, παρά ως αποικία με την έννοια μιας πολιτικής οντότητας που διοικούνταν από τη μητρόπολη.
Ο Τζον Σμιθ ήταν λοιπόν, όπως και στην ταινία, ανάμεσα στους πρώτους Άγγλους που το 1607 ταξίδεψαν με το Susan Constant γι’ αυτόν τον νέο κόσμο, ο οποίος κατοικούνταν ήδη για περίπου 15 χιλιάδες χρόνια πριν φτάσουν αυτοί εκεί. Όχι και στην πρώτη νιότη ο κόσμος εδώ που τα λέμε.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού πάντως δεν έγινε ο ήρωας που έσωσε τον Τόμας. Αντίθετα, πλακώθηκε με τους ηγέτες της αποστολής και ταξίδεψε σιδεροδέσμιος σε ένα ταξίδι που διήρκησε 16 (!) εβδομάδες. Καπετάνιος ήταν ο Κρίστοφερ Νιούπορτ και η πρώτη αποστολή αποτελούνταν από σύνολο 120 άποικους. Ο Νιούπορτ τούς άφησε εκεί και επέστρεψε μετά από 9 μήνες με εφόδια. Όταν, όμως, επέστρεψε μόλις 38 από τους 120 ήταν ακόμα ζωντανοί. Γενικά στα πρώτα τρία χρόνια η εταιρία έστειλε περισσότερους από 900 αποίκους, αλλά μέχρι το τέλος του 1610 μόλις 60 είχαν επιβιώσει -μιλάμε για Άγγλους φυσικά, λευκούς λευκότατους Άγγλους. Γιατί ο ανωτεροτερότατος δυτικός πολιτισμός δεν βλέπει χρώματα δέρματος όταν ψάχνει να βγάλει κέρδος. Εντάξει, έχει μια προφανή προτίμηση στα πιο σκούρα, αλλά ανάγκα και λευκοί θυσιάζονται.
Ο Τζον Σμιθ, παρότι είχε πολλές αντιπάθειες μεταξύ των υπολοίπων αποίκων, αναδείχθηκε οπωσδήποτε σε κεντρική μορφή της πρώτης αυτής αποικίας. Ούτως ή άλλως οι περισσότεροι, όπως είπαμε, δεν επιβίωσαν κιόλας για να του δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα. Εξερεύνησε και χαρτογράφησε την περιοχή, διαπραγματεύτηκε με τους αυτόχθονες και προσπάθησε να οργανώσει μια αποικία που δεν τα πήγαινε καθόλου καλά για μια σειρά από λόγους.
Η Ποκαχόντας ήταν πράγματι η κόρη του ανώτατου αρχηγού των αυτόχθονων της περιοχής. Ο Παουχατάν (Wahunsenacawh), ήδη όταν έφτασαν οι Άγγλοι, είχε ενισχύσει την κυριαρχία του πάνω στις μικρότερες φυλές του κόλπου του Τσέζαπικ, έχοντας αποκρούσει παράλληλα τις φυλές της ενδοχώρας. Με τους νεοφερμένους λευκούς ήταν επιφυλακτικός εξαιτίας προηγούμενων δυσάρεστων εμπειριών με Ευρωπαίους (μόλις τρία χρόνια νωρίτερα, ένα αγγλικό πλοίο που περνούσε από την περιοχή είχε γίνει αρχικά δεκτό με φιλοξενία, αλλά στη συνέχεια το πλήρωμά του δολοφόνησε έναν τοπικό αρχηγό και απήγαγε αρκετούς ιθαγενείς). Παρόλα αυτά τους έβλεπε και ως ευκαιρία να ενισχύσει ακόμα περισσότερο τη θέση του, όπως για τον αντίθετο λόγο τους έβλεπαν ως ευκαιρία και οι τοπικοί ηγέτες, οι οποίοι ήθελαν να απαλλαγούν από τον ασφυκτικό έλεγχό του.
Ο Παουχατάν μάλιστα, το φθινόπωρο του 1607, όταν τα αποθέματα τροφίμων είχαν μειωθεί επικίνδυνα και όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Τζέιμσταουν, εκτός από ελάχιστους, ήταν τόσο άρρωστοι που αδυνατούσαν να εργαστούν, έσωσε την αποικία. Τους έδωσε τρόφιμα που κράτησαν ζωντανό τον δοκιμαζόμενο οικισμό μέχρι να αναρρώσουν οι ασθενείς και να φτάσει το πλοίο ανεφοδιασμού.
Παρόλα αυτά τόσο ο Τζον Σμιθ όσο και σχεδόν όλοι οι Άγγλοι άποικοι αντιμετώπιζαν τους ιθαγενείς μόνο ως απειλή και στα μάτια τους ήταν όλοι ίδιοι: «άγριοι», δόλιοι και αναξιόπιστοι άνθρωποι, που απλώς περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να τους επιτεθούν. «Αν δεν είχε ευδοκήσει ο Θεός να εμφυσήσει τρόμο στις καρδιές των αγρίων θα είχαμε όλοι χαθεί από τα χέρια αυτών των άγριων και σκληρών ειδωλολατρών, δεδομένης της αδύναμης κατάστασης στην οποία βρισκόμασταν», έγραψε ένας ηγέτης της αποικίας, σχολιάζοντας τη σωτήρια βοήθεια των Αλγκόνκιν.
Η Ποκαχόντας και ο δήθεν έρωτας
Τον Δεκέμβριο του 1607, ο Σμιθ βρισκόταν σε μια από τις αποστολές εξερεύνησης της περιοχής στην επικράτεια των αυτόχθονων. Εκείνοι τον αιχμαλώτισαν και τον πήγαν στον αρχηγό τους, στο Γουερογουοκομόκο (Werowocomoco), το κέντρο της συνομοσπονδίας τους.
Ο Παουχατάν φαίνεται πως θέλησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να εντυπωσιάσει τους Άγγλους με τη δύναμή του και οργάνωσε μια εικονική τελετή εκτέλεσης του Σμιθ. Την κρίσιμη στιγμή, καθώς οι εκτελεστές ετοιμάζονταν να καταφέρουν τα θανατηφόρα χτυπήματα, η αγαπημένη κόρη του αρχηγού, η Ποκαχόντας, έπεσε πάνω στον Σμιθ και τον προστάτευσε, σώζοντάς του τη ζωή.
Η Ποκαχόντας, περίπου δώδεκα ετών τότε, επισκεπτόταν συχνά το Τζέιμσταουν, πιθανότατα ως απεσταλμένη του πατέρα της, και ήταν ήδη γνωστή στον Σμιθ. Ωστόσο, οι Άγγλοι δεν κατάλαβαν τον συμβολισμό της πράξης -μια πράξη συμφιλίωσης- και θεώρησαν τη χειρονομία της Ποκαχόντας σαν μια αυθόρμητη εκδήλωση αγάπης προς τους Άγγλους. Πάλι την απέδωσαν στην ανωτερότητά τους και στην παρέμβαση του Θεού!
Τριακόσια Ογδόντα Οχτώ χρόνια μετά, οι απόγονοι των λευκών Ευρωπαίων ακόμη δεν είχαν καταλάβει τον συμβολισμό και σχεδίασαν την Ποκαχόντας να σώζει τον Σμιθ από έρωτα.
Πάντως, μετά το περιστατικό, η Ποκαχόντας εξελίχθηκε σε ένα είδος πρέσβειρας του Παουχατάν προς την αποικία του Τζέιμσταουν, η οποία αγωνιζόταν να επιβιώσει. Έγινε διαμεσολαβήτρια ανάμεσα στις δύο πλευρές, έμαθε άπταιστα την αγγλική γλώσσα και κρατούσε τον πατέρα της ενήμερο για την κατάσταση και τις εσωτερικές διαιρέσεις των Άγγλων.
Ο Σμιθ φεύγει όντως τραυματίας αφότου σκότωσε άντρες, γυναίκες και παιδιά
Μέχρι τα τέλη του 1608 είχαν φτάσει στο Τζέιμσταουν περισσότεροι άποικοι και ο Τζον Σμιθ, ως νέος πρόεδρος του συμβουλίου της αποικίας, υιοθέτησε επιθετική πολιτική απέναντι στους αυτόχθονες καίγοντας κανό, καλλιεργημένα χωράφια και χωριά. Γνωρίζοντας ότι η Βιρτζίνια δεν μπορούσε να ανεφοδιάζεται από την Αγγλία κάθε λίγους μήνες και ότι οι άποικοι αδυνατούσαν να συντηρηθούν μόνοι τους σε ένα περιβάλλον που μαστιζόταν από ξηρασία, ο Σμιθ επιδίωξε να επιβάλει ένα καθεστώς εξαναγκασμένου εμπορίου με τον Παουχατάν. Ωστόσο, εκείνος είχε πια αποφασίσει να αφήσει τους Άγγλους να λιμοκτονήσουν, απαγορεύοντας μάλιστα στην κόρη του να επισκέπτεται τον αγγλικό οικισμό. «Καπετάνιε Σμιθ, έχω σοβαρές αμφιβολίες για τον λόγο που ήρθες εδώ, και γι’ αυτό δεν μπορώ να σε υποδεχθώ τόσο φιλικά όσο θα ήθελα. Πολλοί με πληροφορούν ότι δεν ήρθες για εμπόριο, αλλά για να επιτεθείς στον λαό μου και να καταλάβεις τη χώρα μου.», είπε, μάλλον σοφά, ο Παουχατάν στον Σμιθ, σε μια συνάντησή τους τον Ιανουάριο του 1609.
Η συνέχεια ήταν εκρηκτική και η αποικία από λίγο δεν εξαφανίστηκε από τον χάρτη (τώρα για καλό ήταν αυτό, δεν είμαι πολύ σίγουρη). Ο Σμιθ εξαπέλυσε επιδρομές σε χωριά για την αρπαγή τροφίμων και σκότωνε αυτόχθονες άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ οι άποικοι άρχισαν να καταλαμβάνουν γη των ιθαγενών στην κοιλάδα του ποταμού Τζέιμς. Ο Παουχατάν αντέδρασε επιτιθέμενος στους Άγγλους όπου και όποτε μπορούσε.
Ο χειμώνας του 1609–1610, γνωστός ως «Starving Time», υπήρξε μία από τις πιο καταστροφικές περιόδους στην ιστορία της πρώιμης αγγλικής αποικιοκρατίας στη Βόρεια Αμερική. Μέσα σε λίγους μήνες, η πείνα, οι ασθένειες, οι συγκρούσεις με τους αυτόχθονες και η κακή οργάνωση οδήγησαν την αποικία του Τζέιμσταουν στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής εξαφάνισης.
Όταν τα πλοία ανεφοδιασμού αναχώρησαν τον Οκτώβριο του 1609, ο Σμιθ που είχε τραυματιστεί από έκρηξη πυρίτιδας στο κανό του, απέπλευσε μαζί τους και δεν επέστρεψε ποτέ στη Βιρτζίνια.
Εκεί όμως που η Βιρτζίνια φαινόταν έτοιμη να εξαφανιστεί από τον χάρτη, η μαμά εταιρία Virginia Company έστειλε, τον Ιούνιο του 1610, τρία πλοία με 150 νέους αποίκους. Εκείνοι επανέφεραν την επιθετική στρατιωτική πολιτική τους απέναντι στη Συνομοσπονδία των Παουχατάν, εγκαινιάζοντας έναν πόλεμο που, με διακοπές και αναζωπυρώσεις, διήρκεσε από το 1610 έως το 1613.
Η απαγωγή, ο γάμος και το τέλος της Ποκαχόντας
Το 1613 οι Άγγλοι απήγαγαν την Ποκαχόντας με αιτήματα την απελευθέρωση Άγγλων αιχμαλώτων, την επιστροφή όπλων που είχαν αποκτήσει οι ιθαγενείς και την απόδοση μεγάλων ποσοτήτων καλαμποκιού. Ο Παουχατάν, γνωρίζοντας ότι η κόρη του δεν κινδύνευε άμεσα, προχώρησε σε ορισμένες περιορισμένες παραχωρήσεις, αλλά αρνήθηκε να ικανοποιήσει πλήρως όλους τους όρους.
Τον επόμενο χρόνο, όταν ο 28χρονος χήρος Τζον Ρολφ εξέφρασε την πρόθεσή του να παντρευτεί την Ποκαχόντας, ο Παουχατάν συναίνεσε απρόθυμα στον πρώτο γάμο μεταξύ Άγγλου και ιθαγενούς στην ιστορία της Βιρτζίνια. Παράλληλα υπέγραψε μια ταπεινωτική συνθήκη ειρήνης, με την οποία αναγνώριζε την επικυριαρχία του Άγγλου μονάρχη.
Η Ποκαχόντας μετατράπηκε έτσι σε σύμβολο και εργαλείο μιας εύθραυστης ανακωχής ανάμεσα στις δύο κοινωνίες. Το 1616 ταξίδεψε στην Αγγλία μαζί με τον Ρολφ και άλλα μέλη της Συνομοσπονδίας των Παουχατάν, με σκοπό να ενισχύσει την υποστήριξη για περαιτέρω αποικισμό της περιοχής του Τσέζαπικ.
Πέθανε το 1617, σε ηλικία μόλις 21 ετών, λίγο πριν επιστρέψει στη Βιρτζίνια. Είχε ήδη αποκτήσει έναν γιο και είχε συμβάλει σημαντικά στην προσέλκυση οικονομικής στήριξης προς τη Virginia Company. Η παρουσία της στην Αγγλία βοήθησε την εταιρία να συγκεντρώσει νέα κεφάλαια, τα οποία αναζωογόνησαν το αποικιακό εγχείρημα και οδήγησαν στην αποστολή εκατοντάδων νέων εποίκων στο Τσέζαπικ. Η δημογραφική αυτή ενίσχυση θα αποτελούσε έναν από τους παράγοντες που, μόλις πέντε χρόνια μετά τον θάνατό της, συνέβαλαν στην αναζωπύρωση των συγκρούσεων μεταξύ Άγγλων και Παουχατάν.
Υστερόγραφο
Ένας βασικός λόγος που η εταιρία έστειλε τον κοσμάκη στην άλλη μεριά του Ατλαντικού ήταν γιατί νόμιζε ότι, όπως οι Ισπανοί πιο νότια, έτσι κι αυτοί θα κατόρθωναν να πλουτίσουν από τον χρυσό, το ασήμι και άλλα ορυκτά της περιοχής. Βέβαια ο κόλπος του Τσέζαπικ δεν ήταν ούτε Περού ούτε Μεξικό. Ο Σμιθ που σε ένα από τα βιβλία που έγραψε αργότερα περιέγραψε τους πρώτους μήνες της αποικίας, αποτύπωσε την εμμονή των επενδυτών με την αναζήτηση ενός ανύπαρκτου πλούτου.
«Οι επιχρυσωμένοι μας εξευγενιστές, με τις χρυσές τους υποσχέσεις», έγραφε ο Τζον Σμιθ, «μετέτρεψαν όλους τους ανθρώπους σε δούλους τους, με την ελπίδα της ανταμοιβής. Δεν υπήρχε συζήτηση, δεν υπήρχε ελπίδα, δεν υπήρχε εργασία πέρα από το να σκάβουν για χρυσό, να πλένουν χρυσό, να καθαρίζουν χρυσό, να φορτώνουν χρυσό· [όλα αυτά] για να γεμίσουν ένα μεθυσμένο πλοίο με τόσο πολύ επιχρυσωμένο χώμα [γεμάτο μαρμαρυγία], σαν να επρόκειτο για αληθινό θησαυρό.»
Με πληροφορίες από το βιβλίο: Red, White & Black: The Peoples of Early North America, του Gary B. Nash
