Ο Κολόμβος έφτασε στις Μπαχάμες το 1492. Αντί να αράξει, να απολαύσει τις εξωτικές παραλίες και να ακούσει Χατζηφραγκέτα, αυτός ξεκίνησε να γράφει την ιστορία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας στην αμερικανική ήπειρο, η οποία πήγε πακέτο με το πρωτοφανές εμπόριο σκλάβων από την Αφρική προς τον “Νέο Κόσμο”.
Σοβαρά λάθος επιλογές ζωής.
Το πρωτοφανές του πράγματος, σχετικά με το δουλεμπόριο, δεν ήταν το γεγονός της αγοραπωλησίας ανθρώπων. Είναι γνωστό ότι η δουλεία άκμασε στην αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη, στη Μέση Ανατολή, και στον ευρύτερο μεσογειακό κόσμοॱ όπως και μέσα στην ίδια την Αφρική. Για πολλούς αιώνες, θεωρούνταν μέρος της κοινωνικής οργάνωσης και μέσο συσσώρευσης πλούτου.
Έλλογο ον μάι ας.
Σε καμία, όμως, προηγούμενη φάση της δεν έπαιξε ρόλο το χρώμα του δέρματος, ενώ στην Αφρική η ιδιότητα του σκλάβου δεν ήταν αμετάκλητη και δεν μεταβιβαζόταν αυτόματα στα παιδιά. Αντίθετα, οι σκλάβοι είχαν (κάποια) δικαιώματα και προστατεύονταν από τους νόμους.
Όχι ότι ήταν καλή αυτή η δουλεία, έγινε όμως πολύ χειρότερη. Κι αυτό που έπαιξε ρόλο για να γίνει πολύ χειρότερη ήταν η ζάχαρη. (Πρώτα έπρεπε να πάθει επεκτατικό κοκομπλόκο η Ευρώπη: οι μονάρχες να αρχίσουν να συγκεντρώνουν υπερεξουσίες και να θέλουν όλο και περισσότερη δύναμη και, πιο κοινωνικά γενικευμένα, να λυσσάξουν με την εξαγωγή πολιτισμού και διάφορων ειδών χριστιανισμού στους ‘αγρίους’.)
Αλλά ας πούμε ότι φταίει η ζάχαρη. Από τον 8ο αιώνα, η ζάχαρη αποτελούσε για τους Ευρωπαίους ένα ακριβό εξωτικό είδος μόνο για πλούσιους, το οποίο παραγόταν στην Ασία και τον ανατολικό μεσογειακό κόσμο. Αυτά τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 1400. Γιατί τότε και για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα ευρωπαϊκό έθνος -η Πορτογαλία- ίδρυσε μια υπερπόντια φυτεία η οποία βασίστηκε στην εργασία των σκλάβων.
Να ‘σ’ καλά ρε συ Πορτογαλία.
Η Πορτογαλία, λοιπόν, δημιούργησε ένα σύστημα φυτειών στα νησιά Μαδέρα που αποτελούνταν από μεγάλες γαιοκτησίες, καταναγκαστική ομαδική εργασία και παραγωγή εμπορικών καλλιεργειών για τις αγορές της Ευρώπης. Και έγινε το θεμέλιο της φάσης που ήθελε τις αποικίες να παράγουν πλούτο και τις μητροπολιτικές χώρες να τον απολαμβάνουν —aka ευρωπαϊκός μερκαντιλισμός.
Για να γίνει (και) αυτό, πάνω από 10 εκατ. άνθρωποι μεταφέρθηκαν με τη βία υπερατλαντικά -ένας συντηρητικός υπολογισμός που δεν περιλαμβάνει όσους δεν έφτασαν ποτέ γιατί πέθαναν μέσα στα πλοία, αλλά και όσους σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις που προηγήθηκαν της αιχμαλωσίας. Το δουλεμπόριο στην Αφρική άλλαξε ριζικά φυσιογνωμία και το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας είχε διαπραχθεί.
Κάποιοι κολλημένοι λένε ότι η ζάχαρη είναι το νήμα που ενώνει τους Ευρωπαίους προλετάριους, τους Αφρικανούς σκλάβους και τους αποδεκατισμένους Ινδιάνους, στις πλάτες των οποίων φτιάχτηκε ο ανωτερότατος δυτικός πολιτισμός. Αυτός ακριβώς που ακτινοβολεί και σήμερα μέσα από τις θηριωδίες της μόνης-δημοκρατίας-στη-Μέση-Ανατολή.
«Μαζί με άλλα προϊόντα φυτειών όπως ο καφές, το ρούμι και ο καπνός, η ζάχαρη αποτέλεσε μέρος ενός συμπλέγματος “καταπραϋντικών της πείνας του προλεταριάτου” και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συνδεδεμένη συμβολή που είχαν οι σκλάβοι της Καραϊβικής, οι Ινδιάνοι αγρότες και οι Ευρωπαίοι προλετάριοι των πόλεων στην ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού».*
*Sidney W. Mintz, “Time, Sugar, & Sweetness,” Marxist Perspectives, No. 8 (1979), p. 60.
Με πληροφορίες από το βιβλίο Red, White, and Black The Peoples of Early North America του Gary B. Nash (7η έκδοση)
